Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μέριλ Στριπ είναι η μεγαλύτερη ηθοποιός της τελευταίας τριακονταετίας, όχι μόνο λόγω του ρεκόρ των 15 υποψηφιοτήτων για Όσκαρ που κατέχει, αλλά και γιατί έχει παίξει πολλά και διαφορετικά πράγματα και δείχνει ότι σε όλα τα είδη μπορεί να λειτουργήσει θαυμάσια. Έχει στιγμές σε κάθε ταινία της που πραγματικά είναι μαγική, λες και την αγγίζει ένα μαγικό ραβδί και ξαφνικά ξέρει ακριβώς τι πρέπει να κάνει. Όμως...
Όμως παρατηρώ ότι πολλές φορές έχει μια τάση προς την υπερβολή. Το έκανε και πέρσι στην "Αμφιβολία" (Doubt). Πολύ σφίξιμο των χειλιών, νευρωτικές κινήσεις, ένα γενικότερα over the top παίξιμο, κάτι σαν τον Dustin Hoffman, που σε λίγες μόνο ταινίες συμπάθησα. Η τελευταία πραγματικά ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ερμηνεία της ήταν στο "Ο διάβολος φορούσε Πράντα". Εκεί χαμήλωσε τους τόνους και σε τρόμαζε πολύ περισσότερο απ' ό,τι αν φώναζε όλη την ώρα. Ήταν μια ερμηνεία που πραγματικά πρέπει να διδάσκεται σε σεμινάρια υποκριτικής. Στο "Τζούλι και Τζούλια" όμως, κάνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι τόσο υπερβολικός ο τονισμός της ώρες-ώρες, που αισθάνεσαι ότι δεν μπορεί να υπάρχει φυσιολογικός άνθρωπος που να μιλάει έτσι. Υποδύεται μια πασίγνωστη "μαγείρισσα" της Αμερικής, την Julia Child, την οποία και δεν γνώριζα πριν, οπότε έψαξα στο Internet διάφορα βίντεο για να πάρω μια ιδέα. Πράγματι, η Julia Child είχε έναν ιδιαίτερο τόνο φωνής και η Μέριλ Στριπ έχει πιάσει πολλά χαρακτηριστικά της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φτάνει στην υπερβολή της Μέριλ Στριπ. Στην ουσία, σου δίνει την αίσθηση ότι σκοπός της δεν είναι να υποδυθεί την Julia Child, αλλά να την σατιρίσει, να την παρωδήσει, οπότε μόνο έτσι δικαιολογείται η προσέγγιση της Στριπ. Η ταινία όμως δεν έχει αυτόν τον σκοπό. Οι κριτικές στην Αμερική για την Στριπ ήταν στην πλειοψηφία τους διθυραμβικές, οπότε ίσως δεν μου πέφτει λόγος. Δικιά τους μαγείρισσα ήταν, κάτι παραπάνω θα ξέρουν.
Ίσως όμως η υπερβολή της Στριπ να οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ρόλος στην ουσία που να έχει δραματουργικό ενδιαφέρον. Γενικά η ταινία δεν έχει ενδιαφέρον από δραματουργικής απόψεως. Από τη μία έχουμε τη Julia Child, την εποχή που έμαθε μαγειρική στη Γαλλία και τις προσπάθειές της να εκδώσει το βιβλίο της κι από την άλλη, την Julie Powell, μια κοπέλα που δημιούργησε ένα blog, με σκοπό να φτιάξει όλες τις συνταγές του βιβλίου της Child μέσα σε ένα χρόνο. Και; Οι ζωές δηλαδή των ηρωίδων δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον, είναι αρκετά flat. Υπήρχαν δύο θέματα, που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν περισσότερο στη ζωή της Julia Child, η έλλειψη ενός παιδιού και τα προβλήματα του διπλωμάτη συζύγου της την εποχή του μακαρθισμού, αλλά ίσως επειδή αφορούν υπαρκτά πρόσωπα, απλώς υπαινίχθηκαν και επ'ουδενί δεν καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στην ταινία. Για τη ζωή της Julie Powell, ούτε λόγος, η απόλυτη αδιαφορία.
Γιατί διάλεξε αυτό το θέμα η σεναριογράφος και σκηνοθέτης Νορα Έφρον; Μετά το When Harry met Sally, που σφράγισε το είδος της ρομαντικής κομεντί για τη δεκαετία του 80, η Έφρον (με μία-δυο εξαιρέσεις) έχει κάνει κυρίως αποτυχίες. Είναι κρίμα πάντως να χαραμίζονται δύο πολύ καλοί ηθοποιοί (γιατί και η Amy Adams είναι εξαιρετική ηθοποιός) σε ένα σενάριο που δεν έχει θέμα. Δεν είναι ότι η ταινία δεν βλέπεται. Βλέπεται άνετα. Αλλά βγαίνεις από την αίθουσα και λες: "Τώρα, τι είδα δηλαδή;"
Βαθμολογία: 3/5
Όμως παρατηρώ ότι πολλές φορές έχει μια τάση προς την υπερβολή. Το έκανε και πέρσι στην "Αμφιβολία" (Doubt). Πολύ σφίξιμο των χειλιών, νευρωτικές κινήσεις, ένα γενικότερα over the top παίξιμο, κάτι σαν τον Dustin Hoffman, που σε λίγες μόνο ταινίες συμπάθησα. Η τελευταία πραγματικά ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ερμηνεία της ήταν στο "Ο διάβολος φορούσε Πράντα". Εκεί χαμήλωσε τους τόνους και σε τρόμαζε πολύ περισσότερο απ' ό,τι αν φώναζε όλη την ώρα. Ήταν μια ερμηνεία που πραγματικά πρέπει να διδάσκεται σε σεμινάρια υποκριτικής. Στο "Τζούλι και Τζούλια" όμως, κάνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι τόσο υπερβολικός ο τονισμός της ώρες-ώρες, που αισθάνεσαι ότι δεν μπορεί να υπάρχει φυσιολογικός άνθρωπος που να μιλάει έτσι. Υποδύεται μια πασίγνωστη "μαγείρισσα" της Αμερικής, την Julia Child, την οποία και δεν γνώριζα πριν, οπότε έψαξα στο Internet διάφορα βίντεο για να πάρω μια ιδέα. Πράγματι, η Julia Child είχε έναν ιδιαίτερο τόνο φωνής και η Μέριλ Στριπ έχει πιάσει πολλά χαρακτηριστικά της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν φτάνει στην υπερβολή της Μέριλ Στριπ. Στην ουσία, σου δίνει την αίσθηση ότι σκοπός της δεν είναι να υποδυθεί την Julia Child, αλλά να την σατιρίσει, να την παρωδήσει, οπότε μόνο έτσι δικαιολογείται η προσέγγιση της Στριπ. Η ταινία όμως δεν έχει αυτόν τον σκοπό. Οι κριτικές στην Αμερική για την Στριπ ήταν στην πλειοψηφία τους διθυραμβικές, οπότε ίσως δεν μου πέφτει λόγος. Δικιά τους μαγείρισσα ήταν, κάτι παραπάνω θα ξέρουν.
Ίσως όμως η υπερβολή της Στριπ να οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ρόλος στην ουσία που να έχει δραματουργικό ενδιαφέρον. Γενικά η ταινία δεν έχει ενδιαφέρον από δραματουργικής απόψεως. Από τη μία έχουμε τη Julia Child, την εποχή που έμαθε μαγειρική στη Γαλλία και τις προσπάθειές της να εκδώσει το βιβλίο της κι από την άλλη, την Julie Powell, μια κοπέλα που δημιούργησε ένα blog, με σκοπό να φτιάξει όλες τις συνταγές του βιβλίου της Child μέσα σε ένα χρόνο. Και; Οι ζωές δηλαδή των ηρωίδων δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον, είναι αρκετά flat. Υπήρχαν δύο θέματα, που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν περισσότερο στη ζωή της Julia Child, η έλλειψη ενός παιδιού και τα προβλήματα του διπλωμάτη συζύγου της την εποχή του μακαρθισμού, αλλά ίσως επειδή αφορούν υπαρκτά πρόσωπα, απλώς υπαινίχθηκαν και επ'ουδενί δεν καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στην ταινία. Για τη ζωή της Julie Powell, ούτε λόγος, η απόλυτη αδιαφορία.
Γιατί διάλεξε αυτό το θέμα η σεναριογράφος και σκηνοθέτης Νορα Έφρον; Μετά το When Harry met Sally, που σφράγισε το είδος της ρομαντικής κομεντί για τη δεκαετία του 80, η Έφρον (με μία-δυο εξαιρέσεις) έχει κάνει κυρίως αποτυχίες. Είναι κρίμα πάντως να χαραμίζονται δύο πολύ καλοί ηθοποιοί (γιατί και η Amy Adams είναι εξαιρετική ηθοποιός) σε ένα σενάριο που δεν έχει θέμα. Δεν είναι ότι η ταινία δεν βλέπεται. Βλέπεται άνετα. Αλλά βγαίνεις από την αίθουσα και λες: "Τώρα, τι είδα δηλαδή;"
Βαθμολογία: 3/5

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου